Asterios G. "Stell" Kefalas
Professor of Management, Emeritus

Ι ε ρ ι σ σ ό ς

 

 

 

 

 

ΥΠΟ  ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

 

 

Αφιέρωμα από το Αμέρικα για του χουριόμ.

Αχ Χελιδόνι μου...                 

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Όταν ήμασταν μικροί οι δάσκαλοι του Δημοτικού σχολείου μας έβαζαν να γράψουμε μια έκθεση για τον ερχομό των χελιδονιών. Ο ερχομός των παράξενων αυτών πουλιών προανήγγειλε και τον ερχομό της άνοιξης. Τα χελιδόνια διασχίζουν πετώντας τεράστιες αποστάσεις, πάνω από πολλές χώρες, για να πάνε από τους τόπους που φωλιάζουν στους τόπους που ξεχειμωνιάζουν. Πάνω από 200 είδη πουλιών μεταναστεύουν φεύγοντας από την Ευρώπη το χειμώνα. Οι επιστήμονες ερευνούν τον τρόπο που προσανατολίζονται τα πουλιά με τόση ακρίβεια. Είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούν τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα, αλλά υπάρχουν υποθέσεις ότι είναι ευαίσθητα στο μαγνητικό πεδίο της γης. Έχει υπολογιστεί ότι κατά τους δύο κυριότερους μήνες της μεταναστευτικής περιόδου, κάθε μέρα περίπου 4000 έως 12000 πουλιά διασχίζουν το κάθε μίλι των ακτών της βόρειας Αφρικής. Όταν επιστρέφουν τα χελιδόνια στην Ελλάδα, αφού έχουν ξεχειμωνιάσει στη νότια Αφρική, χρησιμοποιούν την ίδια φωλιά που είχαν και την προηγούμενη άνοιξη.

 

Τα χελιδόνια τρέφονται με έντομα και ταΐζουν τα μικρά τους με ολόκληρους σβόλους εντόμων που ο καθένας μπορεί να περιέχει 50 ως 100 ή ακόμη και περισσότερα μικρά έντομα (κουνούπια, μύγες κτλ) φαντάζεστε πόσο μας απαλλάσσουν από αυτά! Σήμερα οι xelq5.jpgπολυκατοικίες και τα σπίτια από μπετόν δεν είναι οι κατάλληλοι χώροι για το φώλιασμά τους επειδή υπερθερμαίνονται. Επίσης με την αποξήρανση των υδροβιότοπων, που ήταν οι σταθμοί ανεφοδιασμού τους κατά το μακρινό μεταναστευτικό ταξίδι τους, μειώθηκε ο αριθμός τους.

Κάθε καλοκαίρι το ηλιοβασίλεμα, όταν απολαμβάναμε το ποτό, μας διασκέδαζαν τα χελιδόνια με τα ακροβατικά τους.  Δεκάδες από αυτά τα πουλιά με τις ψαλιδωτές ουρές πετούσαν ψηλά και πότε-πότε έκαναν βουτιές λες και ήθελαν να πάρουν μια γεύση από το ουίσκι. Φέτος όμως παρατήρησα ότι δεν είχαμε χελιδόνια. Τι άραγε να έγινε; Αυτά πάντα εμφανίζονταν το καλοκαίρι. Από περιέργεια πήγα στο γκαράζ όπου ήταν οι φωλιές. Όλες οι φωλιές ήταν γκρεμισμένες. Μπαλίτσες από λάσπη ήταν σκορπισμένες στο πάτωμα. Το χώμα ήταν ολόξερο. Άρχισα να κάνω μερικές σκέψεις. Ξαφνικά μου ήλθε στο νου μια κουβέντα του Φόρα: «δεν ξέρου τι θα γιν φέτους Τσέλιου...δεν υπάρχ νιρό ...δεν ξέρου τι θα τα κάνου τα γιλάδια.» Κατέβηκα κάτω στο βίραγκα...Ούτε στάλα νερό. Το μικρό ρυάκι  είχε πάντα νερό από την υπερχείλιση της Σταυρακίου. Φέτος όμως από την  τρομερή ξηρασία το νερό ήταν λίγο και το μεγάλο κοπάδι του Βασίλη δεν άφηνε ούτε στάλα νερό στη  γούρνα. Που να βρουν νερό για να κάνουν τις μπαλίτσες τους τα χελιδόνια; Ανάφερα τη παρατήρησή μου για τα χελιδόνια σε μερικούς φίλους στο καφενείο και με πήραν στο ψιλό. «Δε θα βλεψς καλά Τσέλιου. Γιράματα...» Ένας φίλος όμως ο Νίκος είπε «Ναι όταν δουλεύαμε στη Αφρική βλέπαμε πολλά χελιδόνια που έπεφταν εξαντλημένα και ψοφούσαν από τη ζέστη πάνω στις μπουλντόζες...» Λες να έγινε και η Ιερισσός Αφρική; Δεν νομίζω να φτάσαμε εκεί αλλά μάλλον κοντά θα είμαστε...Έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου «Μια μέρα θα πούμε του νιρό νιράκ...» Μήπως ήλθε αυτή η μέρα για τα  χελιδόνια; Μήπως μας προειδοποιούν τα πουλιά;  

 

Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος 2008.

Οικογένεια Αστερίου Γ. Κεφαλά, Αθήνα, Γεωργίας, ΗΠΑ.

 

*********************************************************************************************************

Το Παράδοξο της Εξέλιξης  

 

Η περιοχή υποφέρει από ανεργία. Ένα εργοστάσιο που απασχολούσε αρκετό κόσμο βρίσκεται σε διαμάχη με τους περιβαλλοντολόγους της περιοχής και είναι σταματημένο. Το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση όλο και βρίσκουν διάφορα σχήματα και προσλαμβάνουν «με σύμβαση» νέους και νέες που ελπίζουν ότι αργά ή γρήγορα θα μονιμοποιηθούν. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Κι’ όμως ο επιτυχημένος επιχειρηματίας που προσφέρει μια δουλειά του μέλλοντος και με μέλλον δεν μπορεί να τραβήξει και να κρατήσει συνεργάτες.

 Είναι πράγματι τραγικό αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα. Παρ’ όλες τις συζητήσεις και τις νομοθετικές προσπάθειες που σκοπεύουν στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τη μέση κάθε λίστας επιχειρηματικότητας που παρουσιάζουν έρευνες. Δεν είναι μόνο ότι η χώρα έχει το μικρότερο ρυθμό δημιουργίας νέων επιχειρήσεων. Επιπλέον και αυτοί που επιλέγουν να γίνουν επιχειρηματίες το κάνουν από ανάγκη. Δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση βιοπορισμού, δηλαδή, δεν μπορούν να βρουν μια θέση, κατά προτίμηση στο δημόσιο, που να τους εξασφαλίζει το μισθό «βρέξ-χιονίσ.»

 Ο περισσότερος κόσμος, και ειδικά οι τελευταίες δυο γενιές, θεωρεί αυτή την εξάρτηση από ένα οργανισμό για τη επιβίωση ένα φυσιολογικό φαινόμενο. Οι γονείς τους, ίσως και οι παππούδες, τους δούλευαν για κάποιον άλλον. Είχαν ένα προϊστάμενο και αργά ή γρήγορα θα αποκτούσαν έναν υφιστάμενο. Υπήρχε μια ιεραρχία στην «υπηρεσία.» Υπήρχε μια σκάλα, μια κλίμακα, που έπρεπε να αναρρίχηση ο υπάλληλος. Όλα ήταν προκαθορισμένα. Το σύνθημα ήταν μάθε το σύστημα και βάλτο να δουλέψει για σένα. Κανένα ρίσκο. Ασφάλεια, σιγουριά, λίγη δουλειά και πάν’ απ’ όλα «κάτ’ απ’ το μισθό.»

 Η αλήθεια όμως είναι ότι ο «Εταιρικός Άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος που βγάζει το ψωμί του μέσω μιας εταιρείας, είναι, τουλάχιστον για την Ελλάδα, ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα λίγοι άνθρωποι είχαν την σιγουριά του μισθού, την ιατρική περίθαλψη, τις πληρωμένες διακοπές και τη σύνταξη. Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν δικές τους δουλειές και έπρεπε να φροντίσουν γι’ ότι αφορούσε το παρόν και το μέλλον τους. Δούλευαν 70 με 80 ώρες την εβδομάδα και πληρώνονταν όταν και αν θα είχαν σοδιά.  

 Όσο απίθανο κα να φαίνεται η ανθρωπότητα, τουλάχιστον οι αναπτυγμένες χώρες, γυρίζει προς τα πίσω. Όχι μόνο δεν προσφέρουν καινούργιες διευκολύνσεις στους εργαζόμενους αλλά έχουν ήδη αρχίσει να περικόπτουν αυτές που πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν «βασικές.» Η Γερμανία, αφού κατάργησε τα παραδοσιακά σπα, φλερτάρει τώρα με τη περικοπή των συντάξεων. Η εποχή του Εταιρικού Ανθρώπου φαίνεται να βαδίζει προς το τέλος.   

            Καλά Χριστούγεννα 2004 από τις οικογένειες Κεφαλά. ΗΠΑ 2004

*********************************************************************************************************

Η Ελληνική Υπαλληλοκρατία ή Η τραγωδία του ΚΟΙΝΟΥ [The Tragedy of the Commons]       Νοέμβριος  2003

 Στα πολύ παλιά χρόνια στην Αγγλία τα περισσότερα, αν όχι όλα τα χωράφια, ανήκαν σε λίγους γαιοκτήμονες, συνήθως βασιλιάδες και τους φίλους τους κόμηδες, βαρόνους, και άλλους αριστοκράτες ή γαλαζοαίματους. Ο κόσμος που έπρεπε να εξασφαλίσει τα προς το ζην με την κτηνοτροφία δεν είχε δικά του χωράφια. Ο κτηνοτρόφος  έπρεπε να κάνει ένα σορό θελήματα στους γαιοκτήμονες για να τον επιτρέψουν να βοσκήσει τα ζώα του στα χωράφια τους. Με την πάροδο του χρόνου οι ηγεμόνες αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα κομμάτι γη για τον κοσμάκη που το ονόμασαν το ΚΟΙΝΟ (The Commons κόμονς). Ο καθένας που είχε ένα ζώο είχε το δικαίωμα να  πάει και να βοσκήσει εκεί στα τζάμπα. Οι φτωχοί γεωργοί χειροκρότησαν αυτήν την ευγενή χειρονομία των ηγεμόνων με καταπληκτικό ενθουσιασμό. Ο πρώτος γεωργός που βόσκησε την αγελάδα του στο ΚΟΙΝΟ καυχήθηκε στην ταβέρνα για την ποσότητα και ποιότητα της τροφής. Σε λίγο γέμισε το ΚΟΙΝΟ από γελάδια. Μαντέψτε το αποτέλεσμα. Το καταπράσινο χωράφι μεταμορφώθηκε σε ξηρότοπος. Ούτε μια λεπίδα χορταριού. Ούτε μια τσουκνίδα. Ούτε μια μολόχα. Ούτε ένα γκαργκάν. Ούτε ένα γαϊδουρογκάργκανου. Τίποτα. Μόνο χώμα. Έρημος!            

 Όταν ήμουν παιδί κάθε φθινόπωρο κατέβαιναν από τα βουνά οι Βλάχοι με τα πρόβατά τους. Το χωριό είχε τεράστιους βοσκότοπους. Τα καλαμπόκια και τα φασούλια στο γκάμπου είχαν μαζευτεί. Οι λίγες καλαμιές δεν είχαν ζιβγαρστεί ακόμα. Πράσινο χορτάρι, στολισμένο αργιά και που με αγριολούλουδα, σπαράγγια κι βεργιάνις, μουλόχιες και γκαργκάνια. Σε αντίθεση με τα χιονισμένα βουνά της Ροδόπης και Ηπείρου το χωριό, προστατευμένο από τη θάλασσα, προσέφερε ένα κομμάτι παραδείσου για τους Βλάχους. Εμείς είχαμε τακτικό πελάτη κάθε χρόνο του Μπάρμπα Χρήστου, ένας κοντούλης, πράος, τσέλινγγας με μια κλίτσα μιάμς φορά του μπόιτ, έφερνε τα πρόβατά του στην Ιερισσό για το χειμώνα. Ήταν καλός φίλος του πατέρα μου και τακτικός μουσαφίρς τς γιορτές. Η μάνα μου ήταν όλο παράπονο. «Δεν μας φταν οι θκίμας έχουμι κι τζ βλάχ κάθι χρόνου.» «Αμάν μαρή Μαρίγια που να τς αφίς τς ανθρώπ μουναχοί χρονίαρις μέρις;» παραπονιόταν ο πατέρας μου. «Μ’ δεν είν μον αυτνοί...ντ’ άνοιξ θα έχουμι τς μιλσάδις απ’ τν Αρναία που ψάχν τς σουσούρις σ Θάσου.» γκρίνιαζε η μάνα μου.

 Που άραγε να πήγαν όλοι αυτοί οι προβατάρδις οι Βλάχ, οι Σαρακατσιάν, και οι μελισσάδες; Τι έγιναν οι βοσκότοποι; Που πήγαν τα πρόβατα; Που πήγαν οι καλύβες των νομάδων που έστηναν κάθε χειμώνα; Μια ματιά στις εφημερίδες θα μας δώσει την απάντηση. «Τς βοσκότοπ τς έφαγ η μπουλτόζα... έγιναν χωράφια μιας καλλιέργειας...στάρ κάθι χρόνιου...σταρ κι λίπασμα... τα φάρμακα ρίμαξαν τς τσουκνίδες κι τα γκαργκάνια. Τι να φαν τα πρόβατα. Πχνιοι οι Βλάχ; Ούλνοι γίνκαν έμπορ ... ξέρς τι χρυσό είχαν παν στα βνα; Τουν έφεραν στη πολ και αγόρασαν διαμερίσματα κι μαγαζιά. Ημείς ηδώ στου χωριό;  Ημείς ξίνουμι τα ...ξέρς τι! Η Κάμπους, του Τρανό του Λιβάδ, τα Γαβράδια, του Κουτλουμούς κι η Κουμίτσα που είχαν τα καλύτερα χωράφια και τα λιβάδια γίνκαν ούλα βίλις, κάμπινγκ κι ξινουδουχεία  Αυτνοί είναι οι σημερινοί Βλαχ που λες Τσέλιου! Σιαπέρα απου ντ Απρίλ κατιβέν ηδώ σαν τα κουράκια!» μου βεβαίωσε ο Γιάννης.

 «Εγώ έχω άλλη γνώμη,» λέω στο συνομιλητή μου. «Εγώ νομίζω ότι σήμερα αυτό το ΚΟΙΝΟ που σ’ έλεγα πιο πάνω λέγεται το Δημόσιο ή το Κράτος. Φαίνεται ότι η ανθρωπότητα έμαθε το μάθημά της και αντί να αφήσει στην νοημοσύνη του κοσμάκη να διαχειριστεί το ΚΟΙΝΟ δημιούργησε το κράτος. Οι άνθρωποι ντόπιοι, πρόσφυγες και νομάδες, πήραν χαμπάρι το καινούριο ΚΟΙΝΟ και έγιναν δούλοι, δηλαδή, δημόσιοι υπάλληλοι. Το κράτος λοιπόν έγινε ο φύλακας του κοινού και αντί για τους πολίτες τώρα το κράτος βοσκάει όλο το χορτάρι και δεν μένει τίποτα για τον κοσμάκη. Για να βγάλεις το ψωμί σήμερα θα πρέπει να κανείς πολλά θελήματα στους κρατοφύλακες, δηλαδή τους δημοσίους υπαλλήλους, γιατί δεν υπάρχουν αγροφύλακες αφού όλοι πήραν αναπηρική σύνταξη λόγω καρδιάς και λόγω έλλειψης αντικειμένου, δηλαδή, ζώα.»   

 «Δηλαδή λες να γίν κι του κράτους χωματότουπους όπους του χουράφ ζν Αγγλία;» ρώτησε ο συνομιλητής μου. Ο Αγγελάκος, που παρακολουθούσε τη συζήτηση, του εξήγησε  «Μάγους είσει; Δεν βλεπς τι γίνιτι; Κάθι μέρα κάν απεργίες και του κράτους τζ δίν ιφτάμς τς εκατό αύξης. Ούλνοι θελν να μπούν κατ απ ντου μισθό. Εγώ λέου σιγά σιγά θα στιρέψ κιαυτό του μπγαδ. Ιδώ στίριψαν η Γαλλία, η Γιρμανία και η Αμερική κι η θκίμας η ψουροκόστινα θα γλιτώς. Ιδώ θάμαστι κι θα διείς. Θα γίν ξηρουπουτάμ. Νιρό ντιπ. Ούτε στάλα!»  

  Καλά Χριστούγεννα από την Οικογένεια Αστερίου Γ. Κεφαλά, Αθήνα, Γεωργίας, ΗΠΑ, Νοέμβριος  2003

Εις το όνομα του πατρός, του υιού και του …άπληστου καταναλωτή!

Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί άραγε να μη μπορούν να τα βγάλουν πέρα οι γεωργοί, οι κτηνοτρόφοι, οι ψαράδες και γενικά οι περισσότεροι εργαζόμενοι; Αν ερμηνεύω σωστά τις στατιστικές που δημοσιεύουν οι εθνικές κυβερνήσεις και οι υπερεθνικοί οργανισμοί, όπως ο ΟΗΕ, που παρακολουθούν την οικονομική δραστηριότητα σ' όλο το κόσμο, ο σημερινός άνθρωπος είναι πολύ πιο παραγωγικός από τους παλιούς. Όταν ακούω τους γεωργούς να καυχιόνται για "τα κιλά σταρ' που βγάζν στου στρέμμα" ή τους ψαράδες για "τς κάσσις ψάρια που έπιασαν σι μια καλάδα" ή ακόμη τους ξυλάδες για τους τόνους ξύλα που έκοψαν σε μια μέρα μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Όταν ήμουν πιτσιρικάς και πήγαινα "μι ντου Γάκη Γκατζών για ξύλα στου Κάκαβου ή σ' τσιρνέλ" μόλις και με τα βίας μαζεύαμε ένα "γαδουρουφόρτ άρια ντ' μέρα." Ή όταν πήγαινα για ψάρεμα "μι ντου Βασίλ, ντου Τσέλιου και ντου Ανάργυρου στου Κυπαρίσ" στις καλύτερες μέρες ας πιάναμε 2 κιλά "πέρκεις κ' χάν." Τελικά "ούλους η αγώνας τζ Σταυρακιού μι του σταρ" κατέληγε σε 40 με 50 σακιά καθαρό σταρ.

 Παρ' όλη τη σχετικά μικρή απόδοση της γης, του δάσους και της θάλασσας όλοι μας τα φέρναμε βόλτα. Σήμερα παρ' όλα τα τρακτέρ, τα λιπάσματα, τα βυθόμετρα και όλα τα θαματουργά εργαλεία αν δεν πέσει το πριμ ο παραγωγός δεν τα βγάζει πέρα. Γιατί αυτό το παράδοξο; Να βγάζεις του κόσμου τη σοδιά και να μη μπορείς να ζήσεις την οικογένειά σου! Λένε "πρόσεξε τι επιθυμείς γιατί μπορεί να σουρθεί!" Τι επιθυμούσαμε τότε που ήμασταν παιδιά; αφθονία, ποικιλία, φτήνια. Όπως λέει και η Αγγελάκους "μαααγους είσι;" Αυτό που επιθυμούσαμε μας ήλθε! Μα κακό είναι να έχουμε πολλά και ποικίλα πράγματα; Ναι, είναι κακό.  Όταν ανεβαίνει η προσφορά πέφτουν οι τιμές. Φτήνια. Ε και τι μ' αυτό; κακό είναι να είναι τα πράγματα φτηνά; Γι 'αυτόν που αγοράζει είναι καλό. Αλλά τι γίνεται μι' αυτόν που παράγει; Αυτός θα πρέπει να παράγει όλο και πιο πολύ για να τα φέρει βόλτα. Φυσικά το πράγμα χειροτερεύει όταν "πέφτουν" οι τιμές όπως τα τελευταία 5-6 χρόνια. Κάτω ο πληθωρισμός! Ζήτω ο αποπληθωρισμός!

 Θάταν εύκολο να ρίξουμε το βάρος στις κυβερνήσεις ή στις επιχειρήσεις. Αλλά αν και οι κυβερνήσεις πέφτουνε ...ο καταναλωτής θριαμβεύει! Δεν υπέφεραν οι γονείς μας παρ' όλη τη μικρή παραγωγικότητα της γης επειδή όλοι στο χωριό ήταν παραγωγοί. Λίγοι ήταν μόνο καταναλωτές. Το κάθε σπίτι είχε ό,τι χρειαζόταν για να ζήσει: "Απ του γρούν μέχρι τσ γαλατσανοί. Απ ντου παστό μέχρι τζγαρίδις. Απ ντ βισινάδα μέχρι του ριτσέλ. Απ τσ κουλφάδις μέχρι τα κουκούλια." Μεγάλη υπόθεση να ήσουν παραγωγός. Σήμερα ο παραγωγός είναι παρακατιανός. Άσε που είναι "κι ξένους και άγνωστους." Εμείς αν και  γεωργοί ποτέ δεν αγοράζαμε ψάρια. Η θειά Φθημία μας τάφερνε φρεσκότατα μόλις τάπιανε η Μπάρα Μήτσους. Σαν αντάλλαγμα αυτοί δεν αγόραζαν ψωμί γιατί ζύμωναν από το δικό μας αλεύρι που το έψηναν στο δικό μας φούρνο με κλαδιά που κουβαλούσα εγώ με το Παρασκευά. Άλλα χρόνια. Η σχέση μας με τη γη, τη θάλασσα, και το δάσος σαν προμηθευτές των προς το ζην ήταν στενή. Σήμερα είναι ανύπαρκτη. Μερικοί λένε πως φταίει το σύστημα της αγοράς. Εγώ λέω ότι φταίω εγώ…ε και συ άπληστε καταναλωτή. Τα θέλουμε όλα φτηνά! Ναι, πάνφτηνα! Σκέφτηκες ποτέ πόσα λεπτά από κάθε Ευρώ που δίνεις για το φραπέ παν στον Χουάν Βαλντέζ στην Κολομβία; Ξέρεις πόσο παίρνει ο εργάτης που έραψε το φθηνό πουκάμισό σου;  Ένα Ευρώ τη μέρα!

Οικ. Α.Γ. Κεφαλά, Σταυρακιού και ΗΠΑ

 

 . Νικόλαος Θ. Συκιώτης